Γρανίτες

Γρανίτης (από το λατινικό granum που σημαίνει κόκκος) με την εμπορική έννοια του όρου ονομάζεται το φυσικό συμπαγές, εκρηξηγενές πλουτώνιο πέτρωμα, στη δομή του οποίου συμμετέχουν κυρίως δύο ορυκτά, τα οποία είναι σκληρότερα και από το ατσάλι: ο χαλαζίας και οι αλκαλιούχοι άστριοι. Πρόκειται δηλαδή για προϊόν έκρηξης ηφαιστείου που σχηματίστηκε από την άνοδο και ψύξη του μάγματος σε μεγάλο βάθος. Καθώς ο γρανίτης στερεοποιείται με πολύ αργούς ρυθμούς, δημιουργούνται στη δομή του διαφόρων μεγεθών κόκκοι ορυκτών, οι οποίοι είναι κατά κανόνα ισομεγέθεις. Όσο πιο αργός ο ρυθμός στερεοποίησης, τόσο πιο μικροί είναι οι κόκκοι και το αντίστροφο. Τα πετρώματα αυτά ανευρίσκονται σήμερα στην επιφάνεια σαν γρανιτικά κοιτάσματα εξαιτίας της διάβρωσης του φλοιού της Γης.

Όσον αφορά στους ποικίλους χρωματισμούς των γρανιτών, αυτοί οφείλονται στο είδος, στο χρώμα, στην περιεκτικότητα και στη διάταξη των επιμέρους ορυκτολογικών συστατικών τους. Το κανονικό χρώμα των γρανιτών φαίνεται μετά τη λείανση. Η ακατέργαστη επιφάνεια γρανίτη χαρακτηρίζεται από μια θαμπάδα και το χρώμα φαίνεται ανοικτότερο από το κανονικό. Συχνά οι τεχνίτες εκμεταλλεύονται αυτή την εξάρτηση του χρώματος από το βαθμό κατεργασίας του υλικού για να δημιουργούν πάνω στην επιφάνεια διακοσμητικά μοτίβα.

Ο γρανίτης είναι εξαιρετικά σκληρό και ανθεκτικό υλικό, με ισχυρή αντίσταση απέναντι στις καιρικές συνθήκες, στα χτυπήματα, στα γδαρσίματα και στα διαβρωτικά υγρά, οξέα και λίπη, με ταυτόχρονα χαμηλό κόστος συντήρησης και εύκολο καθάρισμα. Αυτά τα χαρακτηριστικά τον καθιστούν επιθυμητό ως δομικό υλικό στις κατασκευές και ως υλικό διακόσμησης. Ενδείκνυται για χρήση σε κουζίνες, λουτρά, τζάκια, ταφικά μνημεία, επένδυση εσωτερικών ή εξωτερικών όψεων κ.ά. προσδίδοντας προσιτή πολυτέλεια, διαχρονική κομψότητα και εκλεκτικισμό.